Μετράω κάθε τόσο τα ράφια μου με μια ενοχή που μου φαίνεται τώρα αστεία. Από τα βιβλία που έχω, τα μισά και παραπάνω δεν τα έχω ανοίξει ποτέ. Κάποια τα αγόρασα με σχέδιο, κάποια μου ήρθαν δώρα, κάποια τα πήρα επειδή τα είδα σε ένα τραπέζι και μου φάνηκε πως έπρεπε.

Για χρόνια αυτό μου φαινόταν χρέος. Ένας κατάλογος υποχρεώσεων που όλο μεγάλωνε και όλο έμενε πίσω. Το ράφι με κοίταζε σαν λογαριασμός.

Άλλαξε γνώμη ένα βράδυ που έψαχνα κάτι άλλο. Χρειαζόμουν μια ημερομηνία για ένα κείμενο που έγραφα, τράβηξα από το ράφι έναν τόμο που είχα δέκα χρόνια χωρίς να τον διαβάσω, και μέσα σε τρεις σελίδες βρήκα όχι την ημερομηνία αλλά κάτι πολύ πιο χρήσιμο: ότι η ερώτηση που έκανα ήταν λάθος. Το βιβλίο δεν το είχα διαβάσει, αλλά ήξερα τι υπήρχε μέσα του. Ήξερα πού να το βρω.

Αυτό κάνουν τα αδιάβαστα βιβλία. Δεν είναι χρέος, είναι χάρτης. Ένα ράφι με βιβλία που τα έχεις διαβάσει όλα σου λέει τι ξέρεις — ένα ράφι με αδιάβαστα σου λέει τι δεν ξέρεις ακόμη, και το κρατάει σε απόσταση χεριού για την ημέρα που θα το χρειαστείς.

Το ίδιο ισχύει και για το γράψιμο. Τα βιβλία που με έχουν επηρεάσει περισσότερο δεν είναι πάντα αυτά που τελείωσα. Κάποια τα άφησα στη μέση επειδή είχα ήδη πάρει αυτό που μου χρωστούσαν: έναν ρυθμό, μια άδεια, τη σιγουριά ότι επιτρέπεται να γράψει κανείς έτσι. Το υπόλοιπο βιβλίο ήταν επιβεβαίωση, και η επιβεβαίωση δεν διδάσκει τίποτα.

Δεν υποστηρίζω την τεμπελιά. Υποστηρίζω ότι η βιβλιοθήκη δεν είναι βιογραφικό. Δεν την κρατάς για να αποδείξεις τι διάβασες, την κρατάς για να έχεις πού να πας. Κάθε τόμος που δεν άνοιξες είναι μια πόρτα που αφήνεις ξεκλείδωτη για μια εκδοχή του εαυτού σου που δεν έχει εμφανιστεί ακόμη.

Πλέον αγοράζω βιβλία χωρίς σχέδιο ανάγνωσης. Τα βάζω στο ράφι και τα ξεχνάω. Η δουλειά τους δεν είναι να διαβαστούν αύριο· είναι να υπάρχουν όταν θα τα χρειαστώ, και να με θυμίζουν κάθε φορά που περνάω μπροστά τους πόσα ακόμη δεν ξέρω.

Το μόνο ράφι που θα με ανησυχούσε είναι εκείνο που το έχω διαβάσει ολόκληρο.